μυρμηγκοφωλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυρμηγκοφωλιά μυρμηγκοφωλιές
γενική μυρμηγκοφωλιάς μυρμηγκοφωλιών
αιτιατική μυρμηγκοφωλιά μυρμηγκοφωλιές
κλητική μυρμηγκοφωλιά μυρμηγκοφωλιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυρμηγκοφωλιά < μυρμήγκι + φωλιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μυρμηγκοφωλιά θηλυκό

  1. φωλιά μυρμηγκιών, εξωτερικό γνώρισμα της οποίας είναι συνήθως ένας μικρός σωρός από χώμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]