μυρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μυρωμένος μυρωμένη μυρωμένο
γενική μυρωμένου μυρωμένης μυρωμένου
αιτιατική μυρωμένο μυρωμένη μυρωμένο
κλητική μυρωμένε μυρωμένη μυρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μυρωμένοι μυρωμένες μυρωμένα
γενική μυρωμένων μυρωμένων μυρωμένων
αιτιατική μυρωμένους μυρωμένες μυρωμένα
κλητική μυρωμένοι μυρωμένες μυρωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μυρώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μυρωμένος, -η, -ο

  • που έχει αλειφθεί με μύρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]