Μετάβαση στο περιεχόμενο

μυς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: μῦς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μυς οι μυς
& μύες
      γενική του μυός των μυών
    αιτιατική τον μυ τους μυς
& μύες
     κλητική μυ μυς
& μύες
όπως «αρχαιόκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μυς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μῦς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μυς αρσενικό

  1. (λόγιο) το ποντίκι
  2. μυώνας
      Ίσως αυτή η άνεση να οφειλόταν και στο σπορτίφ ντύσιμό του. Κοίταξε τις χειροποίητες μπότες του και το παντελόνι ιππασίας, που στένευε στα γόνατά του αφήνοντας να διαγραφούν απαλά οι μύες των μηρών του (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ρώμη, Τo Πορτρέτο ενός Αγνώστου, AA Publishing, 2019)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

όπως

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]