μυστήριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μυστηριακός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μυστήριος η μυστήρια το μυστήριο
      γενική του μυστήριου της μυστήριας του μυστήριου
    αιτιατική τον μυστήριο τη μυστήρια το μυστήριο
     κλητική μυστήριε μυστήρια μυστήριο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μυστήριοι οι μυστήριες τα μυστήρια
      γενική των μυστήριων των μυστήριων των μυστήριων
    αιτιατική τους μυστήριους τις μυστήριες τα μυστήρια
     κλητική μυστήριοι μυστήριες μυστήριά
όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυστήριος < μυστήριο + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική mystérieux[1] / (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική mysterious[1])

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /miˈsti.ri.os/

Επίθετο[επεξεργασία]

μυστήριος[2], -α, -ο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. , λήμμα: μυστήριος
  2. «μυστήριος» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.