μυσταγωγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυσταγωγός < μύστης + -αγωγός (< άγω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μυσταγωγός αρσενικό

  1. αυτός που μυεί καποιον σε μια μυστηριακή λατρεία
  2. πρόσωπο που γνωρίζει σε βάθος επιστήμη ή τέχνη και μπορεί να μυήσει και άλλους σ' αυτές


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]