μυωπικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μυωπικός μυωπική μυωπικό
γενική μυωπικού μυωπικής μυωπικού
αιτιατική μυωπικό μυωπική μυωπικό
κλητική μυωπικέ μυωπική μυωπικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μυωπικοί μυωπικές μυωπικά
γενική μυωπικών μυωπικών μυωπικών
αιτιατική μυωπικούς μυωπικές μυωπικά
κλητική μυωπικοί μυωπικές μυωπικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυωπικός < μύωπας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mi.ɔ.pi.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mi.ɔ.pi.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mi.ɔ.pi.ˈkɔs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μυωπικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με τη μυωπία ή το μύωπα
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει διορατικότητα, που προσκολλάται στο παρελθόν και δεν μπορεί να προβλέψει νέες εξελίξεις
    συνώνυμα: κοντόφθαλμος, στενοκέφαλος
    αντώνυμα: διορατικός, εύστροφος, οξύνους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]