μυωπικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μυωπικός | η | μυωπική | το | μυωπικό |
| γενική | του | μυωπικού | της | μυωπικής | του | μυωπικού |
| αιτιατική | τον | μυωπικό | τη | μυωπική | το | μυωπικό |
| κλητική | μυωπικέ | μυωπική | μυωπικό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μυωπικοί | οι | μυωπικές | τα | μυωπικά |
| γενική | των | μυωπικών | των | μυωπικών | των | μυωπικών |
| αιτιατική | τους | μυωπικούς | τις | μυωπικές | τα | μυωπικά |
| κλητική | μυωπικοί | μυωπικές | μυωπικά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μυωπικός < μύωπας
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mi.o.piˈkos/
Επίθετο
[επεξεργασία]μυωπικός, -ή, -ό
- που σχετίζεται με τη μυωπία ή το μύωπα
- ※ Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- (μεταφορικά) που δεν έχει διορατικότητα, που προσκολλάται στο παρελθόν και δεν μπορεί να προβλέψει νέες εξελίξεις