μυών
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]μυών
- γενική πληθυντικού του μυς
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| επική κλίση | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | μυών | οἱ/τοὶ | μυῶνες | ||||
| γενική | τοῦ/τοῖο | μυῶνος | τῶν | μυώνων | ||||
| δοτική | τῷ | μυῶνῐ | τοῖς/τοῖσι(ν) | μυῶσῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸν | μυῶνᾰ | τοὺς | μυῶνᾰς | ||||
| κλητική ὦ! | μυών | μυῶνες | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μυῶνε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖιν | μυώνοιν | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'χειμών' όπως «χειμών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μυών, -ῶνος αρσενικό [ῡ] επικός τύπος
- (ανατομία) σύνολο μυών
Κατηγορίες:
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με επικές κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'χειμών' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'χειμών' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'χειμών' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επικοί τύποι
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)