μωαμεθανός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μωαμεθανός μωαμεθανοί
γενική μωαμεθανού μωαμεθανών
αιτιατική μωαμεθανό μωαμεθανούς
κλητική μωαμεθανέ μωαμεθανοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μωαμεθανός < Μωάμεθ + -ανός < μεσαιωνική ελληνική Μωάμεθ < αραβική محمد (muḥammad: ο προφήτης Μωάμεθ) < حمد (ḥammada: υμνώ, εγκωμιάζω) < ρίζα ح م د‎ (ḥ-m-d)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μωαμεθανός αρσενικό (θηλυκό μωαμεθανή)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η χρήση αυτού του όρου δεν είναι αποδεκτή από τους πιστούς του Ισλάμ. Ο όρος μουσουλμάνος είναι προτιμότερος.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]