Μετάβαση στο περιεχόμενο

μωρολόγος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η μωρολόγος το μωρολόγο
      γενική του/της μωρολόγου του μωρολόγου
    αιτιατική τον/τη μωρολόγο το μωρολόγο
     κλητική μωρολόγε μωρολόγο
 πτώσεις   πληθυντικός  
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μωρολόγοι τα μωρολόγα
      γενική των μωρολόγων των μωρολόγων
    αιτιατική τους/τις μωρολόγους τα μωρολόγα
     κλητική μωρολόγοι μωρολόγα
Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «εμβολοφόρος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μωρολόγος < αρχαία ελληνική μωρολόγος < μωρός + -ο- + -λόγος

Επίθετο

[επεξεργασία]

μωρολόγος, -ος, -ο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / μωρολόγος τὸ μωρολόγον
      γενική τοῦ/τῆς μωρολόγου τοῦ μωρολόγου
      δοτική τῷ/τῇ μωρολόγ τῷ μωρολόγ
    αιτιατική τὸν/τὴν μωρολόγον τὸ μωρολόγον
     κλητική ! μωρολόγε μωρολόγον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μωρολόγοι τὰ μωρολόγ
      γενική τῶν μωρολόγων τῶν μωρολόγων
      δοτική τοῖς/ταῖς μωρολόγοις τοῖς μωρολόγοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς μωρολόγους τὰ μωρολόγ
     κλητική ! μωρολόγοι μωρολόγ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μωρολόγω τὼ μωρολόγω
      γεν-δοτ τοῖν μωρολόγοιν τοῖν μωρολόγοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μωρολόγος < μωρ(ός) + -ο- + -λόγος

Επίθετο

[επεξεργασία]

μωρολόγος, -ος, -ον

  • αυτός που μιλάει και λέει ανοησίες
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Φυσιογνωμονικά, 810b15
    οἷον πεφυσημένοι, λάλοι καὶ μωρολόγοι