μωρομάντηλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μωρομάντηλο μωρομάντηλα
γενική μωρομάντηλου μωρομάντηλων
αιτιατική μωρομάντηλο μωρομάντηλα
κλητική μωρομάντηλο μωρομάντηλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μωρομάντηλο < μωρό + -ο- + μαντήλι + -ο < ελληνιστική κοινή μαντίλιον[1] < λατινική mantilium / mantelium, υποκοριστικό του mantile / mantele < manus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *man-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μωρομάντηλο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Απαντούν και οι τύποι (η) μαντήλη, (το) μαντήλιον, (το) μανδήλιον