μόκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μόκα οι μόκες
      γενική της μόκας
    αιτιατική τη μόκα τις μόκες
     κλητική μόκα μόκες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόκα < αγγλική mocha < αραβική: المخا (al-Mukhā, Μόκα), λιμάνι της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μόκα θηλυκό

  1. (καφέδες) ποικιλία καφέ
  2. (ποτό) ιταλικό ρόφημα καφέ με γάλα, που περιέχει σοκολάτακακάο) (από την ιταλική: mocaccino)
  3. καφετιέρα (σκεύος) κουζίνας που χρησιμεύει στην παρασκευή καφέ εσπρέσο (ρόφημα) (από την ιταλική: moka)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]