μόρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Μόρα, μώρα, μωρά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μόρα μόρες
γενική μόρας
αιτιατική μόρα μόρες
κλητική μόρα μόρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόρα < σλαβική мора / mora < πρωτοσλαβική *mor / *mora < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mor-t- (θάνατος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μόρα θηλυκό

  1. (μυθολογία) (λαογραφία) στοιχειό της λαϊκής παράδοσης, που υποτίθεται ότι έρχεται στον ύπνο κάποιου και τον ακινητοποιεί
  2. (κατ’ επέκταση) δυσφορία που επέρχεται κατά τη διάρκεια του ύπνου, εφιάλτης
  3. η μελαχρινή γυναίκα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

με τη σημασία του στοιχειού και του εφιάλτη:

με τη σημασία της μελαχρινής:

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]