μόρφωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μόρφωση < ελληνιστική κοινή μόρφωσις < μορφόω, δίνω μορφή ( > μορφώνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μόρφωση θηλυκό

  1. το να είναι κανείς μορφωμένος, να έχει αποκτήσει πολλές γνώσεις και πνευματική καλλιέργεια

32πχ Μεταφράσεις[]