μόρφωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόρφωση < ελληνιστική κοινή μόρφωσις < μορφόω, δίνω μορφή ( > μορφώνω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μόρφωση θηλυκό

  1. το να είναι κανείς μορφωμένος, να έχει αποκτήσει πολλές γνώσεις και πνευματική καλλιέργεια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]