μόστρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Μόστρα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μόστρα μόστρες
γενική μόστρας
αιτιατική μόστρα μόστρες
κλητική μόστρα μόστρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόστρα < ιταλική mostra

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μόστρα θηλυκό

  1. το τμήμα ενός πράγματος που φαίνεται και καθορίζει τη γενική εντύπωση που αυτό δίνει
    • για μόστρα: για επίδειξη, για βιτρίνα, για εντυπωσιασμό
    • Πας ας πούμε σε ένα σικ εστιατόριο και παραγγέλλεις αστακό. Έχουν στη βιτρίνα δύο ζωντανούς για μόστρα και οι υπόλοιποι είναι στην κατάψυξη παραγεμισμένοι με σελάχι και μπρασκοουρά. (από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010)
  2. το πρόσωπο, η φάτσα
    μωρέ μόστρα που 'χει για καλλιστεία! (σκωπτικά)
  3. (ναυτικός όρος): το δείγμα φορτίου που περιέφερε παλιότερα ο καπετάνιος πλοίου στα πόρτα (λιμάνια), σε παλαιότερες εποχές όταν ο ίδιος φρόντιζε για την πώλησή του φορτίου.
  4. (ναυτικός όρος): το σημείο απόθεσης του παραπάνω δείγματος, συσκευασμένο ή μη, που μπορεί να ήταν πάνω στο κατάστρωμα, ή στον προβλήτα μπροστά στο πλοίο ή το καΐκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]