μόχλευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μόχλευση οι μοχλεύσεις
      γενική της μόχλευσης
& μοχλεύσεως
των μοχλεύσεων
    αιτιατική τη μόχλευση τις μοχλεύσεις
     κλητική μόχλευση μοχλεύσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόχλευση < ελληνιστική κοινή μόχλευσις < αρχαία ελληνική μοχλεύω < μοχλός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μόχλευση θηλυκό

  • η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού μοχλεύω
    1. (φυσική) μετακίνηση ή μετατόπιση ενός πράγματος με τη χρήση μοχλού
      Χρησιμοποιούν την αρχή της μόχλευσης για να σηκώνουν αντικείμενα που ειδάλλως δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν.
    2. (μεταφορικά) επιρροή που μπορεί να ασκήσει κάποιος για να επιτύχει τους στόχους του σε πολιτικές, οικονομικές ή άλλου είδους διαπραγματεύσεις
      Καλό θα ήταν εμείς, ως κατά τεκμήριο «αδύναμο» έθνος, να αναγνωρίσουμε και να ενεργοποιήσουμε την όποια διαπραγματευτική μόχλευση διαθέτουμε, το συντομότερο. (Σ. Βολιώτης, «Η διαπραγματευτική μόχλευση». Εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 12 Οκτ. 2012)
    3. (οικονομία) χρήση δανειακών κεφαλαίων με προκαθορισμένο κόστος (τόκους) για να αυξηθεί η ικανότητα μιας επιχείρησης να επενδύσει και να έχει υψηλότερες αποδόσεις, αλλά συνήθως με υψηλό ρίσκο
      Ο «αστραφτερός» νέος τρόπος λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος περιλαμβάνει την υψηλή μόχλευση. (Ανώνυμος, «Η ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος». Εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 19 Οκτ. 2008)
       αντώνυμα: απομόχλευση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]