μύγα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μύγα | οι | μύγες |
| γενική | της | μύγας | των | μυγών |
| αιτιατική | τη | μύγα | τις | μύγες |
| κλητική | μύγα | μύγες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μύγα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μύγα < ελληνιστική κοινή μῦα < αρχαία ελληνική μυῖα

Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈmi.ɣa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μύ‐γα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μύγα θηλυκό
- (έντομο) μικρό έντομο μαύρου χρώματος με δύο φτερά και έξι πόδια, που ζει κυρίως σε κατοικημένους χώρους
Γέμισε το δωμάτιο μύγες, επειδή άφησα το παράθυρο ανοιχτό.- ※ Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 )
- έντομο που μοιάζει με τη μύγα
μύγα τσε τσε
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
μύγα στη Βικιπαίδεια

- μυίγα (ετυμολογική/παρωχημένη μορφή)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μύγα
Πηγές
[επεξεργασία]- μύγα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μύγα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μύγα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μῦα < αρχαία ελληνική μυῖα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μύγα θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- μύγα - LBG - Erich Trapp, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
- μύγα - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Έντομα (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Έντομα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ζώα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)