μύδιον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μύδιον μυδίω μύδια
Γενική μυδίου μυδίοιν μυδίων
Δοτική μυδί μυδίοιν μυδίοις
Αιτιατική μύδιον μυδίω μύδια
Κλητική μύδιον μυδίω μύδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μύδιον: υποκοριστικό του (αρχαία ελληνική ) μῦς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μύδιον ουδέτερο

(ελληνιστική κοινή)
  1. (ναυτικός όρος) μικρό πλοίο
  2. (ιατρική) χειρουργική λαβίδα
  3. (ιατρική) εμβρυουλκός