μύλων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: μυλών

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

μύλων αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μύλων μύλωνε μύλωνες
Γενική μύλωνος μυλώνοιν μυλώνων
Δοτική μύλωνι μυλώνοιν μύλωσι(ν)
Αιτιατική μύλωνα μύλωνε μύλωνας
Κλητική μύλων μύλωνε μύλωνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μύλων < μύλος + -ων < μύλη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μύλων αρσενικό

  • άλλη γραφή του μυλών (σε ορισμένα χειρόγραφα των αρχαίων κειμένων)
    • ἡ δ' ἀλφιτοποιία καὶ ἀλφιτεία καλεῖται, καὶ οἱ ἐργαζόμενοι ἀλφιτεῖς, οἱ δὲ πιπράσκοντες τὰ ἄλφιτα ἀλφιταμοιβοί, τὸ δ' ἐργαστήριον ἀλφιτεῖον, μύλων, ζώτιον, ζητρεῖον, χόνδριον χονδροκοπεῖον. (Ιούλιος Πολυδεύκης, Ὀνομαστικόν, 7, 19, 2)
    • (μεσαιωνική ελληνική) Πρὸς τοῖς δε κ(αὶ) κτήματα παντοῖα· ἀμπελῶνάς τε κ(αὶ) ἀγρούς, κήπους τε κ(αὶ) παραδείσους· κ(αὶ) μετόχια κ(αὶ) μύλωνας κ(αὶ) ζεύγη βοῶν κ(αὶ) ἵππους κ(αὶ) ἡμιόνους κ(αὶ) ἕτερα διάφορα ἐν αὐτῇ ἀφιερώσαμεν κ(αὶ) πάντα ὅσα ἦν ὑπὸ τὴν ἡμετέραν δύναμιν ἐκτησάμεθα ἐν ταύτῃ, τοῦ εἶναι ἀνελλιπῆ κ(αὶ) ἀδεᾶ τῶν χρειωδῶν αὐτῇ. (Η διαθήκη των κτιτόρων της Μονής Ρουσάνου Ιωάσαφ και Μάξιμου (1545), βλ. Δημήτριος Σοφιανός, περιοδικό Τρικαλινά, 12 (1992), σελ. 7-38)