Μετάβαση στο περιεχόμενο

μύρον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
μῠρο-
ονομαστική τὸ μύρον τὰ μύρ
      γενική τοῦ μύρου τῶν μύρων
      δοτική τῷ μύρ τοῖς μύροις
    αιτιατική τὸ μύρον τὰ μύρ
     κλητική ! μύρον μύρ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μύρω
γεν-δοτ τοῖν  μύροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μύρον, ήδη τον 7ο αιώνα στον Αρχίλοχο < απώτατη αρχή την {αρχαία ελληνική *smérus (λίπος, γλίτσα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *smer-. Δε σχετίζεται η σμύρνα ή το θηλυκό συνώνυμό της: η μύρρα. Άσχετο και το μύρομαι (κλαίω). Συγγενή: πιθανόν παλαιά άνω γερμανική smero.
 δείτε  μύρον στο αγγλικό Βικιλεξικό  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μύρον, -ου ουδέτερο

  • το μύρο
      7ος πκε αιώνας Ἀρχίλοχος, Απόσπασμα 205 παράθεμα στο:   2/3ος κε αιώνας Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης,15 @perseus.tufts.eud όπου σχολιάζει και σχετικές λέξεις
    τῷ δὲ τοῦ μύρου ὀνόματι πρῶτος Ἀρχίλοχος κέχρηται λέγων
    οὐκ ἂν μύροισι γραῦς ἐοῦσ’ ἠλείφετο.
    και του μύρου το όνομα, πρώτος ο Αρχίλοχος χρησιμοποίησε, λέγοντας
    «γριά πια όντας, δεν αλειφόταν με αρώματα/μύρα»
    Μετάφραση λέξεων: Βικιλεξικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
μυρ- 

παράγωγα και σύνθετα:

Δε σχετίζονται: σμῦρος μῦρος, μύραινα μύρινος, σμύρις?,, ούτε μυρῳδέω, ούτε μύρομαι (κλαίω) και τα παράγωγά του.