μύστακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μύστακας οι μύστακες
      γενική του μύστακα των μυστάκων
    αιτιατική τον μύστακα τους μύστακες
     κλητική μύστακα μύστακες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μύστακας < (λόγιο) αρχαία ελληνική μύσταξ[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmi.sta.kas/
συλλαβισμός: μύ‐στα‐κας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Σχηματική απεικόνιση ενός τυπικού φτερού πτηνού:

1. σημαία
2. ράχη
3. μύστακας
4. μεταφτερό
5. κάλαμος

μύστακας αρσενικό

  1. (παρωχημένο) το μουστάκι
  2. (ορνιθολογία) ανατομικό τμήμα φτερού πτηνών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]