μῖσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: μίσος, μισός

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μῖσος μίσει μίση
Γενική μίσους μισοῖν μισῶν
Δοτική μίσει μισοῖν μίσεσι(ν)
Αιτιατική μῖσος μίσει μίση
Κλητική μῖσος μίσει μίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μῖσος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mēwdʰ- (παραπονιέμαι, διαμαρτύρομαι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μῖσος ουδέτερο

  1. η απέχθεια, η αποστροφή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]