μῦς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μυς

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μῦς μύε μύες - μῦς
Γενική μυός μυοῖν μυῶν
Δοτική μυΐ μυοῖν μυσί(ν)
Αιτιατική μῦν μύε μύας - μῦς
Κλητική μῦ μύε μύες - μῦς

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μῦς αρσενικό

  1. (ζωολογία) ποντίκι
  2. μυς, μυώνας
  3. μύδι
  4. (ιχθυολογία) είδος (μεγάλης) φάλαινας (mus marinus)
  5. φίμωτρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν: για κάποιον που καταβάλλει (ή δείχνει ότι καταβάλλει) τεράστιες προσπάθειες αλλά τελικά έχει πολύ μικρό αποτέλεσμα