νάμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νάμα νάματα
γενική νάματος ναμάτων
αιτιατική νάμα νάματα
κλητική νάμα νάματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νάμα < αρχαία ελληνική νᾶμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νάμα ουδέτερο

  1. το νερό της πηγής
  2. (μεταφορικά)
    τα νάματα της σοφίας
  3. το κρασί της Θείας Κοινωνίας που πωλείται όμως και στην αγορά (απ' τα ίδια αμπέλια και βαρέλια)

Open book 01.svg Λογοπαίγνια[επεξεργασία]

νάμα λάκκαδείτε τη λέξη: λάκκα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]