νάρθηκας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νάρθηκας < αρχαία ελληνική νάρθηξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈnaɾ.θi.kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νάρθηκας αρσενικό

  1. (αρχιτεκτονική) χώρος στην είσοδο των χριστιανικών ναών, ο οποίος στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες προοριζόταν για τους κατηχούμενους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πρόναος
  2. (ιατρική) μέσο για την ακινητοποίηση ενός άκρου που έχει υποστεί ελαφρό κάταγμα· συνήθως αποτελείται από γύψο που αγκαλιάζει τη μισή περίμετρο του σκέλους και δένεται με επίδεσμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]