νέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

νέας θηλυκό

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

νέας θηλυκό

  1. νέα, στη γενική του ενικού
  2. νέα, στην αιτιατική του πληθυντικού