νέγρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νέγρος νέγροι
γενική νέγρου νέγρων
αιτιατική νέγρο νέγρους
κλητική νέγρε νέγροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νέγρος < ισπανική ή πορτογαλική negro < λατινική niger

Open book 01.svg Ουσιαστικό

νέγρος αρσενικό (θηλυκό: νέγρα)

  1. κάποιος που κατάγεται (ο ίδιος ή οι πρόγονοί του) από την Υποσαχάρια Αφρική, έχει μαύρο χρώμα επιδερμίδας και τα άλλα χαρακτηριστικά της μαύρης φυλής
  2. μαύρος χιπχοπάς ή ράπερ για ομόφυλό του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις