νέγρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νέγρος νέγροι
γενική νέγρου νέγρων
αιτιατική νέγρο νέγρους
κλητική νέγρε νέγροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νέγρος < ισπανική, ή πορτογαλική, negro < λατινικά niger

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νέγρος αρσενικό θηλυκό νέγρα

  • κάποιος που κατάγεται (ο ίδιος ή οι πρόγονοί του) από την Υποσαχάρια Αφρική, έχει μαύρο χρώμα επιδερμίδας και τα άλλα χαρακτηριστικά της μαύρης φυλής

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]