νέρωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νέρωμα νερώματα
γενική νερώματος νερωμάτων
αιτιατική νέρωμα νερώματα
κλητική νέρωμα νερώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέρωμα < νερώνω + -μα < νερό + -ώνω < μεσαιωνική ελληνική νερό(ν) < ελληνιστική κοινή νηρόν (νηρόν ὕδωρ: φρέσκο νερό) < νηρός < αρχαία ελληνική νεαρός < νέος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *néwos (νέος) < *nu (τώρα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈnɛ.ɾɔ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νέρωμα ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]