νέφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νέφος τα νέφη
      γενική του νέφους των νεφών
    αιτιατική το νέφος τα νέφη
     κλητική νέφος νέφη
πληθυντικός και νέφια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέφος < αρχαία ελληνική νέφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νέφος ουδέτερο

  1. (λόγιο) το σύννεφο
  2. η πυκνή (ορατή) συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα καπνού και άλλων ρύπων
     συνώνυμα: αιθαλομίχλη, καπνομίχλη
    νέφος αιθαλομίχλης, φωτοχημικό νέφος
  3. (φυσική) ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια γύρω από τον πυρήνα
    το νέφος ηλεκτρονίων
  4. (μεταφορικά) οι ενδείξεις για μια αρνητική εξέλιξη
  5. στους γαλαξίες μικρό και μεγάλο νέφος του Μαγγελάνου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]