νέφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νέφος νέφη
γενική νέφους νεφών
αιτιατική νέφος νέφη
κλητική νέφος νέφη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νέφος < αρχαία ελληνική νέφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νέφος ουδέτερο

  1. (λόγιο) το σύννεφο
  2. η πυκνή (ορατή) συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα καπνού και άλλων ρύπων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αιθαλομίχλη, καπνομίχλη
    νέφος αιθαλομίχλης, φωτοχημικό νέφος
  3. (φυσική) ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια γύρω από τον πυρήνα
    το νέφος ηλεκτρονίων
  4. (μεταφορικά) οι ενδείξεις για μια αρνητική εξέλιξη
  5. στους γαλαξίες μικρό και μεγάλο νέφος του Μαγγελάνου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]