νέφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | νέφος | τα | νέφη |
| γενική | του | νέφους | των | νεφών |
| αιτιατική | το | νέφος | τα | νέφη |
| κλητική | νέφος | νέφη | ||
| Πληθυντικός, και νέφια. | ||||
| Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νέφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νέφος
- νέφος καπνού < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική cloud[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈne.fos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : νέ‐φος


Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νέφος ουδέτερο
- (λόγιο, μετεωρολογία) το σύννεφο
- ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, [διήγημα], (1892) @papadiamantis.net, (Στό Χριστό, στό Κάστρο στη Βικιθήκη)
- η πυκνή (ορατή) συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα καπνού και άλλων ρύπων
- ≈ συνώνυμα: αιθαλομίχλη, καπνομίχλη
- νέφος αιθαλομίχλης, φωτοχημικό νέφος
- (μεταφορικά, συνήθως στον πληθυντικό) οι ενδείξεις για μια αρνητική εξέλιξη
- (αστρονομία) στους γαλαξίες μικρό και μεγάλο νέφος του Μαγγελάνου
- (φυσική) ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια γύρω από τον πυρήνα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ νέφος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | νέφος | τὰ | νέφη - νέφεᾰ |
| γενική | τοῦ | νέφους - νέφεος | τῶν | νεφῶν - νεφέων |
| δοτική | τῷ | νέφει - νέφεῐ̈ | τοῖς | νέφεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | νέφος | τὰ | νέφη - νέφεα |
| κλητική ὦ! | νέφος | νέφη - νέφεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | νέφει - νέφεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | νεφοῖν - νεφέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νέφος < πρωτοελληνική *népʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nébʰos
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈne.fos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : νέ‐φος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νέφος ουδέτερο
Πηγές
[επεξεργασία]- νέφος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δάσος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Μετεωρολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αστρονομία (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μετεωρολογία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)