Μετάβαση στο περιεχόμενο

νέφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νέφος τα νέφη
      γενική του νέφους των νεφών
    αιτιατική το νέφος τα νέφη
     κλητική νέφος νέφη
Πληθυντικός, και νέφια.
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νέφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νέφος
νέφος καπνού < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική cloud[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈne.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: νέφος
νέφη στον ουρανό
νέφος αιθαλομίχλης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νέφος ουδέτερο

  1. (λόγιο, μετεωρολογία) το σύννεφο
      19ος/20ός αιώνας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, [διήγημα], (1892) @papadiamantis.net, (Στό Χριστό, στό Κάστρο στη Βικιθήκη)
    Ὁ ἥλιος εἶχε προβάλει ἀπὸ τὰ σύννεφα ἐπ᾽ ὀλίγας στιγμάς (ἥλιος μὲ τὰ δόντια, ― γριὰ μὲ τὰ χταπόδια! ἀνέκραξεν ὁ Λαμπράκης) διότι, ἐνῷ τὴν νύκτα ᾐθρίαζε κ᾽ ἐγίνετο «ὁ οὐρανὸς καντήλι», τὴν ἡμέραν συνήγοντο πάλιν τὰ νέφη, καὶ ὁ βορρᾶς ἐφαίνετο ὑποχωρῶν εἰς τὸν ἀπηλιώτην, ὡς νὰ ἠπειλεῖτο βροχή·
  2. η πυκνή (ορατή) συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα καπνού και άλλων ρύπων
     συνώνυμα: αιθαλομίχλη, καπνομίχλη
    νέφος αιθαλομίχλης, φωτοχημικό νέφος
  3. (μεταφορικά, συνήθως στον πληθυντικό) οι ενδείξεις για μια αρνητική εξέλιξη
  4. (αστρονομία) στους γαλαξίες μικρό και μεγάλο νέφος του Μαγγελάνου
  5. (φυσική) ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια γύρω από τον πυρήνα
    το νέφος ηλεκτρονίων

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ νέφος τὰ νέφη - νέφε
      γενική τοῦ νέφους - νέφεος τῶν νεφῶν - νεφέων
      δοτική τῷ νέφει - νέφεῐ̈ τοῖς νέφεσ(ν)
    αιτιατική τὸ νέφος τὰ νέφη - νέφεα
     κλητική ! νέφος νέφη - νέφεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  νέφει - νέφεε
γεν-δοτ τοῖν  νεφοῖν - νεφέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νέφος < πρωτοελληνική *népʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nébʰos

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈne.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: νέφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νέφος ουδέτερο