νήπιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νήπιο τα νήπια
      γενική του νηπίου των νηπίων
    αιτιατική το νήπιο τα νήπια
     κλητική νήπιο νήπια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νήπιο < (λόγιο) αρχαία ελληνική νήπιον[1] < νήπιος < νη- + ἔπος (άνευ και λόγια)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈni.pi.ɔ/
συλλαβισμός: νή‐πι‐ο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νήπιο ουδέτερο

  • μικρό παιδί 1-5 ετών
    ※ Έλα στον κόσμο κόσμε / Ο γήινος ρυθμός το θέλει / Να τραγουδά ο κόσμος / Και σε άλλη ομορφιά να λάμπει / Να τραγουδά το νήπιο / Του ανθρώπου το νήπιο. (Γιώργος Σαραντάρης, Έλα στον κόσμο κόσμε)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]