νίλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νίλα οι νίλες
      γενική της νίλας
    αιτιατική τη νίλα τις νίλες
     κλητική νίλα νίλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νίλα < λατινική nila, πληθυντικός του nilum < nihilum < ne- +‎ hilum (ασήμαντο, τιποτένιο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νίλα θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]