ναΐσκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναΐσκος ναΐσκοι
γενική ναΐσκου ναΐσκων
αιτιατική ναΐσκο ναΐσκους
κλητική ναΐσκε ναΐσκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναΐσκος < ναός + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναΐσκος αρσενικό

  • μικρός ναός
    Ἡ Μαχούλα, ἀφοῦ ἐπροσκύνησε καὶ προσέφερε τὰ ἄνθη της, τὸ ἔλαιον καὶ τὸ θυμίαμά της, ἐκάθισεν εἰς μίαν ἄκραν ἔξω τοῦ ναΐσκου, μὲ τὸ καλάθιόν της καὶ τὸ μικρὸ κανατάκι της. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αμαρτίας φάντασμα)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]