νανογλάρονο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νανογλάρονο ουδέτερο
- (πτηνό) είδος γλαρονιού
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νανογλάρονο
|
|
νανογλάρονο ουδέτερο
|
|