νανοτεχνολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νανοτεχνολόγος νανοτεχνολόγοι
γενική νανοτεχνολόγου νανοτεχνολόγων
αιτιατική νανοτεχνολόγο νανοτεχνολόγους
κλητική νανοτεχνολόγε νανοτεχνολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νανοτεχνολόγος < νανοτεχνολογία + -λόγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρσενικό και θηλυκό

(χημεία) χημικός μοριακός μηχανικός με ειδίκευση στην νανοτεχνολογία