νανουρίστε

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

νανουρίστε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω