νανο-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : νάνο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νανο- < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική nano- < λατινικά nanus < αρχαία ελληνική νᾶνος / νάννος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /na.nɔ/

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

νανο-

  1. α’ συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη τη σημασία του πολύ μικρού, του μικροσκοπικού
    νανοτεχνολογία, νανοϋλικό
  2. (ιατρική) α’ συνθετικό που δείχνει ότι κάποιο μέρος του σώματος είναι συγκριτικά με τα υπόλοιπα πολύ μικρότερο
    νανοκεφαλία
  3. (φυσική) α’ συνθετικό που δείχνει ότι η σύνθετη λέξη είναι το ένα δισεκατομμυριοστό αυτού που δηλώνει το β’ συνθετικό
    νανοδευτερόλεπτο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]