ναρκαλιευτικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναρκαλιευτικό ναρκαλιευτικά
γενική ναρκαλιευτικού ναρκαλιευτικών
αιτιατική ναρκαλιευτικό ναρκαλιευτικά
κλητική ναρκαλιευτικό ναρκαλιευτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναρκαλιευτικό < νάρκη + αλιεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναρκαλιευτικό ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος): εξειδικευμένος τύπος πολεμικού πλοίου υποστήριξης που φέρει κατάλληλο εξοπλισμό για αλιεία και εξουδετέρωση θαλασσίων ναρκών.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]