ναροντνικισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ναροντνικισμός οι ναροντνικισμοί
      γενική του ναροντνικισμού των ναροντνικισμών
    αιτιατική τον ναροντνικισμό τους ναροντνικισμούς
     κλητική ναροντνικισμέ ναροντνικισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναροντνικισμός < ρωσική народничество < από το народ (λαός) + -ισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναροντνικισμός αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]