ναυαρχίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναυαρχίδα ναυαρχίδες
γενική ναυαρχίδας ναυαρχίδων
αιτιατική ναυαρχίδα ναυαρχίδες
κλητική ναυαρχίδα ναυαρχίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναυαρχίδα < ελληνιστική κοινή ναυαρχίς < αρχαία ελληνική ναύαρχος < ναῦς + ἄρχω (2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική flagship)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναυαρχίδα θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) το επικεφαλής και ισχυρότερο πλοίο ενός στόλου, αυτό στο οποίο επιβαίνει ο ναύαρχος
  2. (μεταφορικά) το πιο σημαντικό στον τομέα του
    Για πρώτη φορά, η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, η ναυαρχίδα της γερμανικής συμφωνικής σκηνής, ηχογράφησε για την προκάτοχο της σημερινής εταιρίας Ντόιτσε Γκράμοφον το 1913. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]