ναυλωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ναυλωμένος ναυλωμένη ναυλωμένο
γενική ναυλωμένου ναυλωμένης ναυλωμένου
αιτιατική ναυλωμένο ναυλωμένη ναυλωμένο
κλητική ναυλωμένε ναυλωμένη ναυλωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ναυλωμένοι ναυλωμένες ναυλωμένα
γενική ναυλωμένων ναυλωμένων ναυλωμένων
αιτιατική ναυλωμένους ναυλωμένες ναυλωμένα
κλητική ναυλωμένοι ναυλωμένες ναυλωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναυλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ναυλώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ναυλωμένος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]