ναυμαχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ναυμαχία οι ναυμαχίες
      γενική της ναυμαχίας των ναυμαχιών
    αιτιατική τη ναυμαχία τις ναυμαχίες
     κλητική ναυμαχία ναυμαχίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναυμαχία < αρχαία ελληνική ναυμαχία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναυμαχία θηλυκό

  1. πολεμική σύγκρουση στη θάλασσα μεταξύ δύο στόλων
  2. επιτραπέζιο παιχνίδι για δύο άτομα στο οποίο ο κάθε παίκτης προσπαθεί να βρει που έχει βάλει ο αντίπαλος τα πλοία του

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναυμαχία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναυμαχία θηλυκό

  1. ναυμαχία