ναυπηγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ναυπηγός οι ναυπηγοί
      γενική του ναυπηγού των ναυπηγών
    αιτιατική τον ναυπηγό τους ναυπηγούς
     κλητική ναυπηγέ ναυπηγοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναυπηγός < από τις λέξεις ναυς, πλοίο, και πήγνυμι, στερεώνω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναυπηγός αρσενικό

  1. (ναυπηγικός όρος): ο τεχνίτης ή ο μηχανικός που κατασκευάζει ή σχεδιάζει θαλάσσια σκάφη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

   ναυπηγημενος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]