ναυσιπλοΐα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναυσιπλοΐα ναυσιπλοΐες
γενική ναυσιπλοΐας ναυσιπλοϊών
αιτιατική ναυσιπλοΐα ναυσιπλοΐες
κλητική ναυσιπλοΐα ναυσιπλοΐες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναυσιπλοΐα < ναυσίπλοος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναυσιπλοΐα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος): πλους με πλοίο
  2. (ναυτικός όρος): η τέχνη και η πρακτική του ασφαλή πλου
  3. (συνεκδοχικά): θαλάσσια μεταφορά επιβατών και φορτίων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]