ναῦς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ναυς

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ναῦς νῆες
Γενική νεώς νεῶν
Δοτική νηί ναυσί
Αιτιατική ναῦν ναῦς
Κλητική ναῦ νῆες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναῦς < νέω (κολυμβώ) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *néh₂us

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναῦς και (ιων.) νηῦς, θηλυκό

  1. πλοίο, καράβι
    • ναῦς μακρά: το πολεμικό πλοίο· (και ως σύνολο) ο στόλος
    • ναῦς στρογγύλη: το εμπορικό πλοίο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

θέμα ναυ-

θέμα ναυτ-

θέμα ναυσι-

θέμα νεω-

θέμα νηω-