νεκροδόχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεκροδόχος < νεκρός + δέχομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεκροδόχος (ίσως και νεκροδόχη)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νεκροδόχος,ος,ο

  • που μεταφέρει νεκρό
  • νεκροδόχα αγγεία (οστεοδόχα)
  • νεκροδόχα σκεύη (όπως π.χ. η τεφροδόχος)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]