νεκροθάφτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεκροθάφτης νεκροθάφτες
γενική νεκροθάφτη νεκροθαφτών
αιτιατική νεκροθάφτη νεκροθάφτες
κλητική νεκροθάφτη νεκροθάφτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεκροθάφτης < ελληνιστική κοινή νεκροθάπτης < νεκρός + θάπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεκροθάφτης αρσενικό

  1. αυτός που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει την ταφή ενός νεκρού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κοράκι
  2. (μεταφορικά) αυτός που με τις ενέργειές του συντελεί στην καταστροφή ενός πράγματος
    Ο πρόεδρος- «νεκροθάφτης» του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου (Το Βήμα, 6-09-2009)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]