νεκρόδειπνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νεκρόδειπνο τα νεκρόδειπνα
      γενική του νεκρόδειπνου των νεκρόδειπνων
    αιτιατική το νεκρόδειπνο τα νεκρόδειπνα
     κλητική νεκρόδειπνο νεκρόδειπνα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεκρόδειπνο < νεκρο- + δείπνο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεκρόδειπνο ουδέτερο

  1. το δείπνο που παρατίθεται μετά την κηδεία συνήθως στο σπίτι του νεκρού)
     συνώνυμα: μακαριά
  2. (αρχαιολογία) επιτύμβιο ανάγλυφο που παρουσιάζει σκηνή από συμπόσιο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]