Μετάβαση στο περιεχόμενο

νεοαθεϊσμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νεοαθεϊσμός οι νεοαθεϊσμοί
      γενική του νεοαθεϊσμού των νεοαθεϊσμών
    αιτιατική τον νεοαθεϊσμό τους νεοαθεϊσμούς
     κλητική νεοαθεϊσμέ νεοαθεϊσμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νεοαθεϊσμός < (άμεσο δάνειο) αγγλική new atheism, νεο- + αθεϊσμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νεοαθεϊσμός αρσενικό

  1. πολιτικός αθεϊσμός
  2. επιθετικός-κριτικός ή δηκτικός αθεϊσμός

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]