νεοαντιγόνο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νεοαντιγόνο < νεο- + αντιγόνο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική neoantigen)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νεοαντιγόνο ουδέτερο
- (βιολογία) ένα νέο αντιγόνο, δηλαδή μια πρωτεΐνη ή μόριο, που εμφανίζεται στην επιφάνεια καρκινικών κυττάρων λόγω γενετικών μεταλλάξεων και δεν υπάρχει στα φυσιολογικά κύτταρα του οργανισμού και το οποίο αντιγόνο το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να το αναγνωρίσει ως ξένο και να του επιτεθεί
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νεοαντιγόνο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα νεο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)