Μετάβαση στο περιεχόμενο

νεοαντιγόνο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νεοαντιγόνο τα νεοαντιγόνα
      γενική του νεοαντιγόνου των νεοαντιγόνων
    αιτιατική το νεοαντιγόνο τα νεοαντιγόνα
     κλητική νεοαντιγόνο νεοαντιγόνα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νεοαντιγόνο < νεο- + αντιγόνο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική neoantigen)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νεοαντιγόνο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]