νεοαποικιοκρατία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νεοαποικιοκρατία οι νεοαποικιοκρατίες
      γενική της νεοαποικιοκρατίας των νεοαποικιοκρατιών
    αιτιατική τη νεοαποικιοκρατία τις νεοαποικιοκρατίες
     κλητική νεοαποικιοκρατία νεοαποικιοκρατίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεοαποικιοκρατία < νέα + αποικιοκρατία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεοαποικιοκρατία θηλυκό

  1. η κυριαρχία εύρωστων οικονομικά χωρών στις πιο αδύναμες, με οικονομικά και πολιτισμικά μέσα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]