Μετάβαση στο περιεχόμενο

νεοαπομονωτισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νεοαπομονωτισμός οι νεοαπομονωτισμοί
      γενική του νεοαπομονωτισμού των νεοαπομονωτισμών
    αιτιατική τον νεοαπομονωτισμό τους νεοαπομονωτισμούς
     κλητική νεοαπομονωτισμέ νεοαπομονωτισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νεοαπομονωτισμός < νεο- + απομονωτισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νεοαπομονωτισμός αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]